Aλέκος Παπαδόπουλος: «Νοσταλγώ τα πολίτικα όνειρά μου»

Από την σελίδα της :  www.presspublica.gr

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

Ο Αλέκος Παπαδόπουλος γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη το 1934, απεφοίτησε του Ζωγραφείου Γυμνασίου, συνέχισε στην Ανωτάτη Εμπορική και το 1955 αμέσως μετά τα Σεπτεμβριανά, ανέλαβε τη Διεύθυνση Συντάξεως της ημερήσιας πολιτικής εφημερίδας «Εμπρός», διαδεχθείς τον αείμνηστο Βασίλη Βενέτη. 

Ενωρίτερα, στα πρώτα χρόνια της δημοσιογραφικής του σταδιοδρομίας, κείμενά του είχαν δημοσιευθεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» του Γρηγορίου Κόκκινου, στον «Κεραυνό» του Μάρκου Κωνσταντόπουλου και σε διάφορες περιοδικές εκδόσεις.
Στη δίκη της Πλάτης των Μπαγιάρ και Μεντερές, καθ’ υπόδειξη του Προέδρου Σαλίμ Μπασόλ, είχε μεταφράσει ενώπιον του ακροατηρίου, την κατάθεση του μακαριστού Πατριάρχου Αθηναγόρα, σε σχέση με τα γεγονότα της 6-7 Σεπτεμβρίου ύστερα από αμφισβήτηση της μετάφρασης του νομικού συμβούλου του Οικουμενικού Πατριαρχείου κ. Καλούδη Λάσκαρη. Στο «Εμπρός» έμεινε ως τα τέλη του 1964, οπότε ρίζωσε στην Αθήνα όπου και ίδρυσε με τον στενό του συνεργάτη από την Κωνσταντινούπολη Ιορδάνη Ορφανίδη, την εκδοτική εταιρεία «Επτάλοφος», συνεργαζόμενος παράλληλα με την εφημερίδα «Ημέρα» του συγκροτήματος των Α/φών Αθανασιάδη, το «Έθνος», τον «Εθνικό Κήρυκα» και επί σειράν ετών με το περιοδικό «Πολιτική Εποπτεία» όπου διακρίθηκε με το βραβείο Αμπντή Ιπεκτσή, για άρθρο του σχετικό με τις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας.

Έχει συγγράψει τα βιβλία :

«Εκ βαθέων εξομολόγηση» Μεθοδίου Φούγια αρχιεπισκόπου Θυατείρων και Μεγ. Βρεταννίας 1979-1988. Στο πλαίσιο ενός διαλόγου χωρίς προκαταλήψεις και δίχως σκοπιμότητες. «Σαν Αδέλφια» – 20 εναλλασσόμενες επιστολές με τον Τούρκο διανοούμενο Ιμπραχήμ Ντιζμάν που αναφέρονται σε όλα τα θέματα που σχετίζονται με την Τουρκία και την Ελλάδα, ιδιαίτερα δε τη μοίρα της ομογένειας της Πόλης, της Ίμβρου και της Τενέδου.

-Πως προέκυψε αυτό το βιβλίο;

Mε μια λέξη, «συμπτωματικά». Η ιδέα δεν μου ανήκει, θα ομολογήσω όμως απερίφραστα, ότι δεν έχω μετανοήσει που την υιοθέτησα, διαπιστώνοντας στην πράξη και για άλλη μια φορά, πόσο καλλιεργήσιμες είναι οι ανθρώπινες σχέσεις, ακόμη και μεταξύ αγνώστων.

Το «Σαν αδέλφια»  προέκυψε από τον χρόνιο θα πω, προβληματισμό, του φίλου σήμερα Ιμπραχήμ Ντιζμάν, αλλά και δικό μου προβληματισμό: “Γιατί να παραμένουν αγεφύρωτες οι σχέσεις της Τουρκίας με την Ελλάδα;”. Η περίπτωσή μας παραλληλίζεται με αυτήν της μποτίλιας. O Iμπραχήμ, έγραψε το γράμμα χωρίς να καθορίσει παραλήπτη και μια κοινή μας φίλη, η Σεμπνέμ Αρσλάν, που μένει μόνιμα στην Ελλάδα, παρά τις αρχικές επιφυλάξεις μου, τελικά με έπεισε να  του απαντήσω. Δικός του είναι και ο τίτλος «Σαν αδέλφια» και θα λυπηθώ σας βεβαιώνω, αν θα υπάρξουν «ομόθρησκοί» μου που θα ενοχληθούν,  με το φαιδρό πρόσχημα ότι δεν… θέλουν Τούρκο αδελφό. Το εννοιολογικό πλαίσιο όμως  του «σαν» είναι ευρύτατο και με την αφορμή που μου παρέχεται, δεν  θα παραλείψω να αναφερθώ, στην τόσο βαθυστόχαστη ομιλία του Πατριαρχικού εκπροσώπου, Μητροπολίτου Προικονήσου κ. Ιωσήφ, ο οποίος,  κατά την εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου μας στο Μέγαρο της Παλαιάς Βουλής, διατύπωσε μεταξύ άλλων την ευχή, το ‘σαν’ να μικραίνει συνεχώς και κάποτε, στο πέρασμα των χρόνων, να εκλείψει τελείως. Έχοντες εξ άλλου υπόψη μας, ότι πολλοί Σουλτάνοι επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είχαν σύζυγο μητέρα ή γιαγιά γυναίκες ελληνικής καταγωγής, από τις οποίες μάλιστα δύο άσκησαν και επίσημα εξουσία αντιβασιλέα, αλλά και χιλιάδες άλλες γνωστές και άγνωστες περιπτώσεις ιδίως δε το παιδομάζωμα, γεννάται το ερώτημα που σήμερα τολμούν να διατυπώσουν ευθαρσώς και Τούρκοι ερευνητές «Ποιός είναι ποιός;»

Ανταλλάξαμε λοιπόν 20 επιστολές, εννοείται καλοπροαίρετα και παραμερίζοντας αμφότεροι κάθε προκατάληψη, που εκ των υστέρων κρίναμε σκόπιμο να εκδώσουμε σε βιβλίο, εδώ και στην Τουρκία, στα ελληνικά και στα τουρκικά,  με σκοπό την όσο το δυνατόν ευρύτερη ενημέρωση της δημοσίας γνώμης.

-Που καταλήξατε;

Κοινό το συμπέρασμα στο οποίο καταλήξαμε, χωρίς να διεκδικούμε τα αντίστοιχα πρωτεία. Οι δύο λαοί στις προσωπικές τους σχέσεις, επικοινωνούν και  συνδέονται πολύ εύκολα, έλκονται θα έλεγα, μεσολαβεί όμως ο «τρίτος παράγων», που όχι μόνον εμποδίζει την προσέγγιση αυτή, αλλά αντιθέτως καλλιεργεί το μίσος, την πρόθεση της όποιας εκδίκησης και καθιερώνεται ως πεποίθηση πλέον, ότι η μια χώρα αποτελεί στόχο της άλλης, έτοιμη η κάθε μια να καταλάβει την άλλη, μόλις υπάρξει η κατάλληλη αφορμή ή ευκαιρία.

Βρίθουν τα παραδείγματα των αγαστών σχέσεων και της προσέγγισης των δύο στοιχείων, σε πολλές περιόδους συνύπαρξής τους. Να σκεφθεί κανείς ότι Φαναριώτης ήταν  ο Μεγάλος Δραγουμάνος, Φαναριώτες ήταν και πολλοί διοικητές Παραδουναβίων Ηγεμονιών, Ομογενείς και πολλοί άλλοι Πασάδες οι οποίοι υπολογίζονται σε 25, μεταξύ των οποίων ο Ρουμ Μεχμέτ Πασάς και ο Ιμπραχήμ Ετχέμ Πασάς μάλλον του παιδομαζώματος, που έγιναν και Μεγάλοι Βεζύρηδες,  δηλαδή Πρωθυπουργοί, ο πρώτος το 1466 και ο τελευταίος το 1877.

Οι όροι αντιστράφηκαν μετά την Μικρασιατική Καταστροφή και πιο συγκεκριμένα μετά την Ανταλλαγή. Εσφαλμένοι χειρισμοί και ψευδαισθήσεις, ίσως και ο πρόωρος θάνατος του Ατατούρκ, περιόρισαν τις σχέσεις μας σε προσωπικές και φυσικά μας απέκοψαν από την εξουσία, με αποτέλεσμα τη συρρίκνωσή μας σήμερα σε 2000 άτομα, με πλειοψηφία τους υπερήλικες, που σημαίνει εξαφάνιση του στοιχείου μας σε 15-20 χρόνια.

-Ένα νέο παιδί που άλλα μαθαίνει στη σχολική ιστορία τι θα το συμβουλεύατε;

Η σύστασή μου προς κάθε νέο παιδί –τι φταίνε όμως τα παιδιά;- είναι να αποφεύγεται γενικά ο φανατισμός, η καλλιέργεια της εμπάθειας, του εγωισμού, η εκδικητικότητα, που αποδεδειγμένα οδηγούν σε ακρότητες, με κορυφαίο παράδειγμα σήμερα,  την όλη δραστηριότητα των τζιχαντιστών, οι οποίοι αξιοποιούν με κάθε τρόπο και με όλα τα μέσα, την άγνοια και την αμάθεια, στο πλαίσιο μιας τυφλής υπακοής ώστε να τιμωρούνται παραδειγματικά, όποιοι δεν είναι διατεθειμένοι να ενστερνιστούν, την τηρουμένη απάνθρωπη τακτική. Επιθυμητή βέβαια σε ανάλογα θέματα είναι η αντικειμενικότητα, ποιος όμως και με ποιο θάρρος μπορεί να την εξυπηρετήσει και εδώ και εκεί. Αναφέρομαι βέβαια στην Τουρκία και την Ελλάδα.

-Τι νοσταλγείτε από την Πόλη;

Τις αναμνήσεις μου. Τα νεανικά μου όνειρα. Τα όνειρα που πλάθαμε από κοινού με άλλους, συνομηλίκους και μεγαλύτερούς μου,   τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 50,  μετά τη συμφορά των γεγονότων της 6ης προς την 7η Σεπτεμβρίου. Τότε που νομίσαμε οι αφελείς, ότι είχαμε ξοφλήσει για άλλη μια φορά τις ανύπαρκτες έστω αμαρτίες μας προς το επίσημο τουρκικό κράτος και θα μπορούσαμε   να σχεδιάσουμε και να οικοδομήσουμε, με αφετηρία πάλι το άλφα, εμπνεόμενοι από τον τότε, μακαριστό σήμερα Πατριάρχη Αθηναγόρα και βασιζόμενοι στις διαβεβαιώσεις των  αρχών, ό,τι μας είχαν σαρώσει την νύχτα εκείνη τα βάρβαρα και μανιασμένη πλήθη. Ναι, παρά την ηλικία μου, τον Μάιο συμπληρώνω τα 82, θα ήθελα και έχω το κουράγιο να συμβάλλω με όποιο υπόλοιπο δυνάμεων και ικανοτήτων, στην ανάσταση της Ρωμιοσύνης της Πόλης, όχι ως ακρίτες της Μεγάλης ιδέας, όπως είχαμε γράψει και τότε  τις επόμενες μέρες των Σεπτεμβριανών, αλλά ακρίτες της ιδέας συναδελφώσεως δύο λαών, που αντιμετωπίζουν κοινά πεπρωμένα και που κάθε τόσο υφίστανται ποικίλες αβαρίες, πάντοτε από κοινό εχθρό που ζηλεύει, που φθονεί, που επιβουλεύεται τη σύμπνοια και την αγάπη τους.
Ναι πράγματι νοσταλγώ τις μέρες εκείνες, όχι προς Θεού από μαζοχισμό, αλλά από την φλογερή επιθυμία ύπαρξης του ομογενούς στοιχείου στην Κωνσταντινούπολη, αρκεί βέβαια να προηγηθεί η απίθανη διαβεβαίωση, ότι η σημερινή, δεν είναι  η προγεγραμμένη μοίρα του.

-Αρκούν τα λουλούδια και ο ζειμπέκικος για να ριζώσει η φιλία μεταξύ των δυο λαών;

Αν αρκούσαν τα λουλούδια και οι ζεϊμπεκιές, ασφαλώς και θα είχε ριζώσει η φιλία μεταξύ των δύο χωρών. Με παρεμφερείς «παραστάσεις», αποδεδειγμένα πλέον, δεν εξυπηρετείται ο βασικός σκοπός. Αποτέλεσμα μπορεί να έχει, μόνο μια θεία σύμπτωση ύπαρξης επικεφαλής των δύο, δύο ηγετών με όραμα, με κύρος  και αποφασιστικότητα, σύμπτωση που ανήκει δυστυχώς σε άλλη εποχή, σε άλλον αιώνα.